επιτιμία

ἐπιτιμία, ἡ (Α) [επίτιμος]
1. η ιδιότητα ή κατάσταση τού επίτιμου πολίτη, που απολαμβάνει όλα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμια («τὴν οὐσίαν ἢ τὴν ἐπιτιμίαν τινὸς ἀφελόμενος», Αισχίν.)
2. νόμιμη τιμωρία, ποινή («oἱ δὲ ἀσεβεῑς καθὰ ἐλογίσαντο ἕξουσι ἐπιτιμίαν», ΠΔ)
3. εκτίμηση, υπόληψη, σεβασμός
4. καλή φήμη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτιμία — ἐπιτιμίᾱ , ἐπιτίμιος honourable fem nom/voc/acc dual ἐπιτιμίᾱ , ἐπιτίμιος honourable fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱ , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc/acc dual ἐπιτῑμίᾱ , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίᾳ — ἐπιτιμίᾱͅ , ἐπιτίμιος honourable fem dat sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίαι , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc pl ἐπιτῑμίᾱͅ , ἐπιτιμία the condition of an fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτίμια — ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίας — ἐπιτιμίᾱς , ἐπιτίμιος honourable fem acc pl ἐπιτιμίᾱς , ἐπιτίμιος honourable fem gen sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱς , ἐπιτιμία the condition of an fem acc pl ἐπιτῑμίᾱς , ἐπιτιμία the condition of an fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίαι — ἐπιτιμίᾱͅ , ἐπιτίμιος honourable fem dat sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίαι , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc pl ἐπιτῑμίᾱͅ , ἐπιτιμία the condition of an fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'πιτίμια — ἐπιτίμια , ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμια , ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀπιτίμια — ἐπιτίμια , ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμια , ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίαν — ἐπιτιμίᾱν , ἐπιτίμιος honourable fem acc sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱν , ἐπιτιμία the condition of an fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτίμιο — το (AM ἐπιτίμιον) [επιτιμώ] (συνήθως στον πληθ. επιτίμια) ποινή, τιμωρία, πρόστιμο («τοῑσι δὲ παρακτωμένοισι ξεινικοὺς νόμους τοιαῡτα ἐπιτίμια διδοῡσι», Ηρόδ.) μσν. νεοελλ. τιμωρία σωματική ή χρηματική που επιβάλλει ο ιερέας ως πνευματικός σε… …   Dictionary of Greek

  • Dikastes — Dicast redirects here. For the process of casting dies with molten metal, see die casting. Dikastes (Greek: δικαστής, pl. δικασταί) was a legal office in ancient Greece that signified, in the broadest sense, a judge or juror, but more… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.